H ἀγάπη πού συναντᾶς, ἡ λεπτότης πού βρίσκεις, σοῦ κάνουν καλό. Καί ἡ ἐπίθεση πού δέχεσαι ἀργότερα ἀπό πειρασμούς καί συμφορές πού πέφτουν ἐπάνω σου, ἡ μιά μετά τήν ἄλλη, μέ πρόσθεσι νά σέ ἐξαφανίσουν κυριολεκτικά, σέ εὐεργετοῦν περισσότερο.
Τότε βρίσκεις μία θεία ἐπίσκεψι καί ξένη παρηγοριά. Σάν νά εἶχε μαζευτῆ πολύ πουρί γύρω σου. Σάν νά ἤσουν φασκιωμένος, γυψωμένος ἀπό γεγονότα καί αἰσθήσεις πού σέ πνίγανε. Καί ἐνῶ ἐσύ δέν μποροῦσες νά ἐλευθερωθῆς, ἦλθαν ἄλλοι ἔξωθεν καί σέ χτύπησαν, θέλοντας νά σέ σκοτώσουν. Χτύπαγαν μετά μανίας. Ἔριχναν τά τείχη πού σέ εἶχαν φυλακίσει. Ἔσπαζαν τή γερή κρούστα ἀπό κάποιο ψέμα πού σέ εἶχε περιβάλει ἐνῶ αὐτοί χτύπαγαν μανιασμένα, ἐσύ ἄκουγες ἔντρομος.









