Νατσιός Δημήτρης, δάσκαλος-Κιλκίς
«Δὲν τοῦ πάει
Τοῦρκος τούτου τοῦ τόπου, ρὲ παιδιά, πῶς νὰ τὸ κάνουμε», ἔλεγε ὁ ποιητὴς Κώστας
Μόντης, βλέποντας, μὲ νοτισμένα μάτια, τὴν ὡραία Ἀμμόχωστο, τὸν γενέθλιο τόπο
του. Γιατί; διότι
«ἀπὸ ἐκεῖ πέρασε ἕνας ἄλλος λαὸς
ποὺ γέμισε πληγὲς τὸ χῶμα.
Βρῆκε ἐκκλησιὲς καὶ τὶς χάλασε.
Βρῆκε λιακωτὰ καὶ τὰ κούρσεψε.
Βρῆκε τὰ βήματα ἑνὸς πολιτισμοῦ
καὶ θέλει νὰ τὰ παραγράψει.
Καὶ χαλᾶ. Γιατί δὲν
μπορεῖ νὰ κτίσει.
Καὶ ἱεροσυλεῖ. Γιατί δὲν
μπορεῖ νὰ σεβαστεῖ.
Καὶ καταστρέφει. Γιατί δὲν
μπορεῖ νὰ δημιουργήσει».
(«Ἀπ’ ἐδῶ πέρασαν ἐκεῖνοι», Ἄνθος Λυκαύγης. Κυπριακὸ
Ἀνθολόγιο Ε´-´Στ’ Λευκωσία 1994, σελ. 195).