“Μεῖνον μεθ᾿ ἡμῶν, ὅτι πρός ἑσπέραν ἤδη ἡ ἡμέρα…”

☦ "Ὁ ῎Αγγελος ἐβόα τῇ Κεχαριτωμένῃ·"

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2021

☦ Γιατί ο 103ος Ψαλμός λέγεται «προοιμιακός» ;

Ψαλμός αὐτός στήν λειτουργική μας γλώσσα λέγεται «προοιμιακός» Ψαλμός, ἐπειδή εἶναι στήν ἀρχή τοῦ λειτουργικοῦ μας «οἴμου» (=δρόμου), ὁποῖος ἀρχίζει μέ τήν Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ. Εἶναι ὕμνος τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ.

ΨΑΛΜΟΣ 103ος

• Ευλόγει η ψυχή μου, τόν Κύριον! Κύριε ο Θεός μου εμεγαλύνθης σφοδρα.

• Εξομολόγησιν και μεγαλοπρέπειαν ενεδύσω, αναβαλλόμενος φώς ως ιμάτιον.

• Εκτείνων τον ουρανόν ωσεί δέρριν, ο στεγάζων εν ύδασιν τα υπερώα αυτού.

• Ο τιθείς νέφη τήν επίβασιν αυτού, ο περιπατών επί πτερύγων ανέμων.

• Ο ποιών τούς Αγγέλους αυτού πνεύματα, και τούς λειτουργούς αυτού πυρός φλόγα.

• Ο θεμελιών τήν γήν επί τήν ασφάλειαν αυτής, ου κλιθήσεται εις τόν αιώνα τού αιώνος.

• Άβυσσος ως ιμάτιον το περιβόλαιον αυτού, επί των ορέων στήσονται ύδατα.

• Από επιτιμήσεώς σου φεύξονται, από φωνής βροντής σου δειλιάσουσιν.

• Αναβαίνουσιν όρη, και καταβαίνουσι πεδία εις τόπον, όν εθεμελίωσας αυτά.

• Όριον έθου, ό ου παρελεύσονται, ουδέ επιστρέψουσι καλύψαι την γήν.

• Ο εξαποστέλλων πηγάς εν φάραγξιν, ανάμεσον των ορέων διελεύσονται ύδατα.

• ποτιούσι πάντα τα θηρία τού αγρού, προσδέξονται όναγροι εις δίψαν αυτών.

• Επ’ αυτά τα πετεινά τού ουρανού κατασκηνώσει, εκ μέσου των πετρών δώσουσι φωνήν.

• Ποτίζων όρη εκ των υπερώων αυτού, από καρπού των έργων σου χορτασθήσεται η γή.

• Ο εξανατέλλων χόρτον τοις κτήνεσι, και χλόην τή δουλεία των ανθρώπων.

• Τού εξαγαγείν άρτον εκ τής γής και οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου.

• Τού ιλαρύναι πρόσωπον εν ελαίω• και άρτος καρδίαν ανθρώπου στηρίζει.

• Χορτασθήσεται τα ξύλα τού πεδίου, αι κέδροι τού Λιβάνου, άς εφύτευσας.

• Εκεί στρουθία εννοσσεύσουσι, τού ερωδιού η κατοικία ηγείται αυτών.

• Όρη τα υψηλά ταις ελάφοις, πέτρα καταφυγή τοις λαγωοίς.

• Εποίησε σελήνην εις καιρούς. Ο ήλιος έγνω τήν δύσιν αυτού.

• Έθου σκότος, και εγένετο νύξ. Εν αυτή διελεύσονται πάντα τα θηρία τού δρυμού.

• Σκύμνοι ωρυόμενοι τού αρπάσαι, και ζητήσαι παρά τω Θεώ βρώσιν αυτοίς.

• Ανέτειλεν ο ήλιος, και συνήχθησαν, και εις τας μάνδρας αυτών κοιτασθήσονται.

• Εξελεύσεται άνθρωπος επί το έργον αυτού, και επί τήν εργασίαν αυτού έως εσπέρας.

• Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε! Πάντα εν σοφία εποίησας! επληρώθη η γή τής κτίσεώς σου.

• Αύτη η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωροςε εκεί ερπετά ών ουκ έστιν αριθμός, ζώα μικρά μετά μεγάλων.

• Εκεί πλοία διαπορεύονται, δράκων ούτος, όν έπλασας εμπαίζειν αυτή.

• Πάντα πρός σέ προσδοκώσι, δούναι τήν τροφήν αυτών εις εύκαιρον, δόντος σου αυτοίς συλλέξουσιν.

•Ανοίξαντός σου τήν χείρα, τα σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος. Αποστρέψαντος δέ σου το πρόσωπον, ταραχθήσονται.

• Αντανελείς το πνεύμα αυτών, και εκλείψουσι, και εις τόν χούν αυτών επιστρέψουσιν.

• Εξαποστελείς το πνεύμα σου, και κτισθήσονται, και ανακαινιείς το πρόσωπον τής γής.

• Ήτω η δόξα Κυρίου εις τούς αιώνας. Ευφρανθήσεται Κύριος επί τοις έργοις αυτού.

• Ο επιβλέπων επί τήν γήν, και ποιών αυτήν τρέμειν, ο απτόμενος των ορέων, και καπνίζονται.

• Άσω τω Κυρίω εν τή ζωή μου, ψαλώ τω Θεώ μου έως υπάρχω.

• Ηδυνθείη αυτώ η διαλογή μου, εγώ δέ ευφρανθήσομαι επί τω Κυρίω.

• Εκλείποιεν αμαρτωλοί από τής γής, και άνομοι, ώστε μη υπάρχειν αυτούς. Ευλόγει, η ψυχή μου, τον Κύριον.

Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε! πάντα εν σοφία εποίησας.