Υπό Δημητρίου Π. Λυκούδη
Θεολόγου–Φιλολόγου, Υπ. Δρος Παν/μίου Αθηνών
Όταν καταπιάνεσαι να γράψεις για τον «γενναότατον Χριστού στρατιώτην και αθλητήν παναληθή του Σωτήρος»[1], Γεώργιον τον Μεγαλομάρτυρα και Τροπαιοφόρον, κινείσαι μεταξύ του μεθορίου της υπερβολής και της ασημότητας. Υπερβολής διότι το σέμνωμα του Αγίου υπερ-βάλλει κάθε κόπον, φόβον, ενδοιασμό προς δόξαν Θεού, ασημότητα γιατί αναγνωρίζοντας ως αδαής το εγχείρημα, προ-γνωρίζεις όσα ημέτερα απέριττα και φτωχά θα καταθέσεις για να τιμήσεις τον Άγιο. Παρά ταύτα όμως, ορμώμενος εξ αγαθών και μόνο κινήτρων και ποθών διαπύρως να τιμήσω δια της ελαχιστότητός μου την αεισέβαστον μνήμη του, κάμνω το σημείον του Σταυρού, εκζητώ τις θεοειδείς προσευχές του Αγίου και προσθέτω: «Συ μαρμαρυγαίς, ταις της χάριτος, Γεώργιε, καταυγαζόμενος φώτισον, ψυχάς σων δούλων, σκοτισθείσας παραπτώμασι»[2].






